Μοναξιά.

1/2/2013,

Μια φιγούρα ανθρώπου διαγράφεται παγωμένη πίσω από ένα άυλο παράθυρο. Στέκει εκεί σαν αλλοπαρμένη ζωγραφιά, σαν ποινή καταδίκου. Ίσως  κάποιος νεκρός καλλιτέχνης, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ανήσυχος και τρελός από τον φόβο του θανάτου, να ανέσυρε το μισοπτώμα της φυγής του και να το χάραξε πάνω σε εκείνο το παράθυρο για να ορίσει έτσι, μια για πάντα, την μοναξιά.

Ταπεινωμένοι οι άνθρωποι κοιτούν τώρα το χώμα καθώς περπατούν, μα ποτέ τον ουρανό. Κι έτσι σκυφτοί καθώς προχωρούν, με αλυσοδεμένα πόδια και χέρια, ονειρεύονται ζωές που μόνο το όνειρο μπορεί να ζήσει. Ελπίδα καμία. Δάκρυα πέφτουν κάτω στην γη και ποτίζουν το χώμα. Οι ψευδαισθήσεις ανθίζουν στο μυαλό σαν παραλήρημα ψύχωσης. Μια ελλιπής ζωή προσπαθεί να χορτάσει από τα ψίχουλα μιας κατασκευασμένης φαντασίας. Άνθρωποι τρέχουν στους δρόμους σαν φρενιασμένα ποντίκια καθώς η αγωνία τους σκίζει τα πνευμόνια. «Να προλάβουμε την επόμενη παράσταση» λένε ο ένας στον άλλον, εναποθέτοντας ήδη κρυφά τις ελπίδες τους για εκείνη, την επόμενη φορά.

Τρέμει η φωνή μου ανάμεσα σε τόσα κινούμενα πρόσωπα. Την φοβόμουν από καιρό αυτήν την χωρίς μορφή ελευθερία, την οραματιζόμουν σαν μια αδιάβατη άβυσσο. Ένα στόμα γεμάτο σάρκα ανοίγει ξαφνικά τα κοφτερά του δόντια και κατασπαράζει όλο εκείνο το πλήθος των μελλοθάνατων νεκρών. Χλωμοί και ζαρωμένοι όλοι, βρυχούν στριγκλιές στο στομάχι του μεγάλου κύτους «Είναι κανείς εκεί; Μας ακούει κανείς;» Απόκριση καμία. «Μάλλον θα μας κατάπιε το χάος» σκέφτονται και κοιμούνται ξανά τον αιώνιο θάνατο.

Ένας βαρύς πυρετός σέρνει τις σιωπές μου σε ίλιγγο. Να σιωπήσω κι άλλο; Πόσο ακόμα; Φοβάμαι πως σπάω κάθε φορά που σιωπώ. Με ποιον να μιλήσω όμως; Είναι κανείς εδώ; Με ακούει κανείς; Με ακούτε; Παρακαλώ, μιλήστε μου, μιλήστε μου, θα σπάσω.

Απόψε γεννήθηκε η μοναξιά. Ναι, ναι, το νιώθω. Σε αυτό ακριβώς το δωμάτιο που στέκομαι και γράφω. Εδώ που από καιρό κρύβομαι από τις συνθήκες, τις συμπτώσεις και τα πεπρωμένα. Εδώ που φυλάω τον εαυτό μου από τους ανθρώπους κι απ’ τα θηρία. Θα στέκομαι εδώ για πάντα και θα μετράω τους θανάτους μου, αναπαράγοντας έρημες λέξεις και κούφιους ήχους. Η ζωή θα μου παρέχεται ολοκληρωτικά μόνο μέσω των λυπημένων χρόνων: Αόριστος, Παρατατικός, Υπερσυντέλικος. Τετελεσμένα θα αναβιώνω την ζωή μου ανάμεσα στο ‘είμαι’, στο ήμουν’ και στο ‘θα είμαι’. Θα προσεύχομαι ακούραστα και ακατάπαυστα στον άγνωστο χρόνο -τον χρόνο του Θεού- στο ‘να μην είμαι πια’.

Ημερομηνίες επανάληψης και βουβοί αριθμοί μετρούν την ζωή μου. Κουράστηκα. Νιώθω να με εγκαταλείπουν όλα.

Σέρνω τα πόδια μου στο λευκό δωμάτιο. Το βάρος της απουσίας λυγίζει τα γόνατα μου.  Φτάνω ως το παράθυρο και ακουμπώ το πρόσωπο μου στο θολό τζάμι. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, καμία αντανάκλαση μορφής. Σπασμένα πρόσωπα με εμπεριέχουν τώρα. Ραγίζει μέσα μου ο ασυντρόφευτος χρόνος από το βάρος ενός κενού. Η μοναξιά με φοράει σαν άδειο ρούχο. Ντύνεται απώλεια και θάνατος και με φοράει ξανά. Ντύνεται δάκρυα στα μάτια μου. Μέμφεται τον κόσμο των σκιών και γεννάει στην ψυχή μου οράματα! Οράματα! Οράματα! Αγαπημένοι άνθρωποι, αγαπημένες φωνές! Ελάτε, ελάτε κοντά μου, μην φοβάστε, πλησιάστε, αγγίξτε με, σάρκα-οστα και αίμα είμαι, αγγίξτε με ξανά, ελάτε, αγγίξτε τις σκιές, ελάτε, βιαστείτε, αγαπημένοι άνθρωποι, η μοναξιά με βαραίνει, με σπάζει, ελάτε, με αφανίζει, με ακούτε, ελατέ, με αφανίζει, με αφανίζει, με αφανίζει.

Κ. Λ

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s