«Εαυτός ως Εξορία»

Φωτογραφία: Clarence John Laughlin

Θα ήθελα να υπάρξω σαν μέρος της ζωής. Να είμαι μέρος της. Να εμπεριέχομαι σ’ αυτόν τον κόσμο που δεν καταλαβαίνω. Να πάψω να είμαι η ατομικότητα που αποτελώ –ή δεν αποτελώ- για τους άλλους. Να σταματήσω να είμαι η μοναδικότητα μέσα από την οποία (με) αισθάνομαι. Να πάψω να είμαι ο αποσχισμένος εαυτός. Ο εαυτός που έχει αποσπαστεί. Θα ήθελα να υπάρχω σαν μέρος της ζωής. Μέρος του ενιαίου τόπου. Κι αφού δεν είμαι εγώ αυτός που αρνούμαι τη ζωή (αφού επιθυμώ να είμαι μέρος της, όχι με την επιθυμία με την οποία γράφω για αυτήν, αλλά με μια βούληση που με υπερβαίνει) και αφού η ζωή δεν μπορεί να με αρνηθεί (αφού για εκείνη δεν αποτελώ μια εξωτερική ατομικότητα, αλλά μέρος μιας ολότητας από την οποία δε μπορεί να διαφύγει), τότε διαισθάνομαι πως ο διαχωρισμός μου απ’ την ζωή είναι ένα διολίσθημα απ’ το οποίο αδυνατώ να ξεφύγω. Ένα διολίσθημα που δε δύναται να επουλωθεί. Εγώ και η ζωή είμαστε άλλοι. Διαχωρισμένοι. Κι αυτό είναι κάτι το ανεπανόρθωτο. Ίσως γιατί διαισθάνομαι πως ο χώρος και ο χρόνος (μας) έπαψαν να είναι πια το ένα και το αυτό, έπαψαν να είναι ένα ενιαίο πράγμα.

Κι αφού το γεγονός του ότι διαφέρω από εσένα, από εκείνον κι από αυτόν δε με διαφοροποιεί απ’ τον εαυτό μου, τότε το γεγονός του εαυτού μου μετατρέπεται σε εκδίκηση ή τιμωρία. Την τιμωρία του να είμαι εγκλωβισμένος μέσα μου. Μέσα σ’ ένα μέσα που μου απαγορεύει να αγγίζω, να έρχομαι σ’ επαφή με το αδιαίρετο τοπίο της ζωής που μ’ εμπεριέχει. Ο εαυτός είναι η τιμωρία του εαυτού μου. Μια τιμωρία που έχει πάψει να είναι υπαρξιακή. Μια τιμωρία πιο άμεση, σχεδόν αντανακλαστική. Ή μάλλον μια οργανική τιμωρία: κάποιο ελάττωμα των πνευμόνων μου κατά τη διαδικασία πρόληψης της ζωής.

«Όλα όσα έχω κάνει, σκεφτεί, υπάρξει, είναι ένα άθροισμα υποταγών ή ένα ψεύτικο ον που το θεώρησα δικό μου, γιατί ενήργησα με κατεύθυνση από αυτό προς τα έξω, ή ανάλογα με το βάρος των περιστάσεων που υπέθετα πως ήταν ο αέρας που ανέπνεα. Είμαι, αυτή τη στιγμή που βλέπω, ένας άνθρωπος αιφνίδια μόνος του, που ανακαλύπτει πως είναι εξόριστος στο μέρος που υπήρξε πάντα πολίτης», λέει ο Fernando Pessoa, καταδεικνύοντας την αυταπάτη του εαυτού. Του αποσχισμένου εαυτού. Ενός εαυτού αποσχισμένου και παραδομένου στην επινοημένη αυτοτέλεια της μοναδ(χ)ικότητάς του. Γιατί το μέρος στο οποίο πάντα υπήρξα πολίτης είναι ένα μέρος που επινόησα. Είναι το μέρος του εξωτικού εαυτού, που η επινόησή του σήμανε την απομάκρυνση και τον διαχωρισμό απ’ το ενιαίο τοπίο της ζωής. Κάλεσα/δημιούργησα ένα φαντασιακό εγώ που μπήκε ανάμεσα σε μένα και τη ζωή και τώρα είμαι ο αποξενωμένος τόπος. Είμαι ένα εγώ που δεν υπάρχει. Καθώς το εγώ δε μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα απ’ το συνολικό τοπίο της ζωής. Είμαι εγώ ο ξένος που επιθυμεί να είναι μέρος της ζωής.  Έτσι, παγιδευμένος στο ον του εαυτού μου αιωρούμαι ανάμεσα στην αδυναμία μου να υπάρξω, και στην αδυναμία μου να μην υπάρξω. Σε μια κατάσταση που φαντάζει ανέφικτο να περιγραφεί, και ακόμα πιο ανέφικτο να βιωθεί. Είμαι η εξορία μου. Και οι ξεριζωμένες ρίζες μου είναι μια θηλιά που κρέμομαι απ’ αυτή. Κρέμομαι μακριά από τη ζωή.

Γιώργος Ευθυμίου

 

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s