Δούρειος Ίππος

Ξέρεις, καμιά φορά πρέπει να αφεθείς ελεύθερος για να αντιληφθείς την έννοια της αιχμαλωσίας. Όσο ήμουν Ελλάδα, έμοιαζα με θηρίο που μόλις ξαμολύθηκε. Δεν είχα κάνει κι αντιλυσσικό, καταλαβαίνεις.Οι μέρες μου έμοιαζαν με νερό που κύλησε ανάμεσα στα δάχτυλα. Επιστρέφοντας στο αεροδρόμιο, κατάκοπη μεν, πλήρης δε, άρχισα να αναπολώ τις στιγμές. Τότε συνειδητοποίησα πως ακόμα κι οι σκέψεις μου ήταν δραπέτες..

Καθόμουν αμέριμνη στην πύλη μου, με αυτό το σπινθηροβόλο βλέμμα αγελάδας  κι κοιτούσα τον τοίχο. Αφηρημένη, με ένα ηλίθιο χαμόγελο που σημαίνει απευθείας σύνδεση με Κάιρο, δεν έδινα σημασία ούτε στις ανακοινώσεις. Μέχρι που η μουσική άλλαξε. Έπαθα πολιτισμικό σοκ, βούρκωσα, ήμουν έτοιμη να «σουρομυξίσω».Μέχρι που σκέφτηκα να κάνω παραγγελιά κομμάτι του Καζαντζίδη. «Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω». Δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα αεροπλάνα κι ήμουν εγκρατής.

Πιστεύω είναι σκευωρία. Έχουν ψυχολογήσει τους ξενιτεμένους κι ποντάρουν να πουλήσουν τουλάχιστον κανένα ποτηράκι κρασί παραπάνω. Έτσι κύλησε η πτήση. «Σε βλέπω στο ποτήρι μου κι πίνοντας σε πίνω.» Μέσα στην ευφορία οι επιβάτες. Πρέπει να κέρασαν κι τον πιλότο, δεν εξηγείται. Αυτός διέκοπτε το μουσικό πρόγραμμα να αφιερώσει μια γύρα αναταράξεις.

Η βαλίτσα μου ήταν υπέρβαρη από ευχές, αναμνήσεις,δώρα, υποσχέσεις, φιλιά, αγκαλιές. Ακόμα δεν την άδειασα. Την άφησα εκεί, σε μια γωνιά για να θυμάμαι. Να έχουν τα ρούχα μου άρωμα από Ελλάδα. Να είμαι έτοιμη να ξαναφύγω. Όπου κι αν πάω θα γυρνάω πάλι εκεί. Μια κουκίδα πάνω στο χάρτη με άγνωστη τροχιά. Θα κάνω την ίδια πάντα στάση..

 Συνήθισα να πίνω παγωμένο καφέ σε μια ταράτσα με θέα. Να βλέπω την Ακρόπολη να λούζεται στο φως. Να μιλάω δυνατά κι να γελάω μέχρι δακρύων. Να κλείνω πεντάωρο στην ίδια καφετέρια που σύχναζα έφηβη. Να κάνω βόλτα στην ίδια παραλία. Να ξαπλώνω στα ίδια χαλίκια. Να βουλιάζω στα ίδια νερά.Να είμαστε φίλοι κι να γινόμαστε ρεζίλι.Να αστράφτει κι μόλις μπαίνουμε στο σπίτι να αρχίζει η καταιγίδα..

Δεν ξέρω αν από τύχη δε γίναμε μούσκεμα. Αν από τύχη βρεθήκαμε. Αν από τύχη χωρίσαμε. Από τύχη μιλάμε ακόμα. Τυχαίες είναι οι συνθήκες. Τυχαίοι ίσως κι οι άνθρωποι, απλοί περαστικοί. Είναι όμως αυτές οι στιγμές που δε σβήνουν. Ούτε με δάκρυα, ούτε με σκόνη, ούτε  με απουσία. Ό,τι σβήστηκε, τελικά δεν υπήρξε ποτέ..

Ευτυχώς τα κατάστιχά μου είναι γεμάτα. Εκπλήξεις,συγκινήσεις, γεγονότα, συζητήσεις, αγωνίες, μυστικά,εξομολογήσεις, ατυχίες,συγκυρίες, ατάκες, γέλιο κι κλάμα. Μα κι οι άνθρωποι γύρω μου. Δε μου βγαίνουν ούτε λίγοι, ούτε πολλοί. Φοβάμαι πως πάλι χάνω το μέτρημα..

Θα προσπαθήσω να φτιάξω ένα νέο δούρειο ίππο. Μια κατασκευή που όποτε νιώθω την επιτακτική ανάγκη της νοσταλγίας, θα μπορώ να διεισδύσω κλεφτά στο μικρόκοσμό μου. Να συναντώ όσους μου λείπουν. Όσα μαζί τους ανακαλύπτω. Ακόμα κι εμένα..

Με βρήκα τυχαία σε κάποιους στίχους..

 «Προς το παρόν μένω εδώ

στων Αθηνών την πλάνη

Κι ίσως μια μέρα αξιωθώ

τόπο να βρω αληθινό

στου κόσμου τη μεμβράνη.»

editor: Δήμητρα Γκίκα

 

 

 

 

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s