Δύο πεζοπόροι — Αθήνα / Χανιά

«Θα σε πάρω να φύγουμε / Σε άλλη γη, σε άλλα μέρη / Που κανέναν δεν ξέρουμε / Και κανείς δεν μας ξέρει…»

ΑΘΗΝΑ.

Είναι η πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου. Ψιχαλίζει και έχει πιάσει κρύο για τα καλά. Περπατάμε όλοι κουκουλωμένοι, με τον αέρα να παγώνει τα μάγουλα μας καθώς χαζεύουμε τις γιορτινές βιτρίνες των μαγαζιών της Ερμού. Οι φούρνοι έχουν γεμίσει με δίπλες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, και χοληστερίνη, και εμείς κολλάμε το πρόσωπο μας επάνω στα τζάμια σαν τα παιδιά που με το ζόρι συγκρατούν τη λιγούρα τους.

Τα Χριστούγεννα είναι καλή εποχή για την Αθήνα. Για όλους μας δηλαδή, αν σκεφτείς πως είναι το πρώτο διάλειμμα μετά το καλοκαίρι, οι πρώτες διακοπές, και το τέλος μιας πολύ (πολύ πολύ) κουραστικής χρονιάς. Αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ακριβώς όπως και το ποτό κάνει το βραδινό σου φλερτ να δείχνει πιο ωραίο, αλλά το φως της ημέρας αποκαλύπτει την ασχήμια του σε όλο του το μεγαλείο, έτσι συμβαίνει και με την Αθήνα. Μόλις περάσουν οι γιορτές, βγαίνει ξανά στην επιφάνεια το άσχημο και σκληρό πρόσωπο της. Έλα όμως που την Αθήνα την αγαπάμε. Κι ας τη μισούμε. Ή παρόλο που τη μισούμε. Γιατί έχω μάθει ότι μπορείς να βιώνεις αντιφατικά συναισθήματα ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να κάνει τα συναισθήματα σου λιγότερο ειλικρινή.

Αν έχεις ζήσει, έστω και λίγο, σε αυτή τη ρημαδιασμένη, ρυτιδιασμένη πρωτεύουσα, ίσως και να με νιώσεις. Η σχέση μου με την Αθήνα είναι επιεικώς διεστραμμένη. Την αγαπώ και την μισώ. Είναι υπεύθυνη για τις χαρές μου και υπαίτια για τις δυστυχίες μου. Εκεί που τη λατρεύω, εκεί είναι που θέλω να φύγω. Με διώχνει, μα δεν πάω ποτέ πουθενά. Την απειλώ και με αγνοεί, μα βρίσκει πάντα τον τρόπο να με κρατάει. Είναι σαν τη χειρότερη σχέση της ζωής σου, που όταν όμως είναι καλή, είναι τόσο καλή που ξεπερνάει οποιοδήποτε Χολιγουντιανό πρότυπο.

Υπάρχουν τόσα που μισώ επάνω σου Αθήνα. Τα ραγισμένα πεζοδρόμια, τα παλιά κτίρια με τα άκομψα γκράφιτι, η υποβόσκουσα μυρωδιά των δακρυγόνων, η συνεχώς παρούσα αίσθηση της κρίσης και της φθοράς που πλανάται στην ατμόσφαιρα και κρέμεται επάνω από τα κεφάλια μας.

Υπάρχουν τόσα που αγαπώ σε εσένα Αθήνα. Τα νεοκλασικά, τα άπειρα κρυμμένα μαγαζάκια, η Ακρόπολη που στέκει φωτεινή και περήφανη, παρόλες τις πληγές της (κάπως σαν εσένα).

Είσαι ο καλύτερος μου φίλος και ο χειρότερος εχθρός μου. Είσαι η πιο απολαυστική μου βόλτα, με άλλους, χωρίς άλλους, με αγόρια και κορίτσια, με δυνατή μουσική ή σιωπηλά. Έχεις τη δική σου φωνή που μου ψιθυρίζει συνέχεια στο αυτί. Έχεις έναν παλμό που χτυπάει στο ρυθμό του δικού μου παλμού. Ή μήπως το αντίστροφο; Είσαι ο μόνος μάρτυρας όλων εκείνων των στιγμών που μου κόβεται η ανάσα, από το πολύ γέλιο, από το πολύ κλάμα.

Ξέρω πως δεν θα σε αφήσω ποτέ. Και αυτό γιατί σου μοιάζω. Τόσο πολύ που τρομάζω. Και όταν κλείνω πίσω μου την πόρτα, μετά από όλες αυτές τις βόλτες, με παρέα ή χωρίς, με μουσική, ή σιωπηλά, μόνο τότε ηρεμώ. Γιατί ξέρω ότι αυτοί οι τέσσερις τοίχοι δεν έχουν αυτιά, και έτσι δεν μπορεί να ακούσει κανείς τον αναστεναγμό μου. «Αγκαλιά θα βαδίζουμε /  Στους μεγάλους τους δρόμους…»

Άλκηστη

Pittaki-street-intervention-2

ΧΑΝΙΑ.

Είναι πρώτη Κυριακή του Δεκέμβρη και οι βόλτες στα Χάνια έχουν αρχίσει και με γοητεύουν ολοένα και περισσότερο. Είναι αυτή η υπέροχη εποχή, που οι άνθρωποι επιλέγουν να ομορφύνουν λίγο την ζωή τους. Επιλέγουν να μαλακώσουν λίγο παραπάνω την καρδιά τους και να σκεφτούν χωρίς δόλο και πονηριά τον συνάνθρωπο τους. Στολίζονται οι δρόμοι, γεμίζουν οι βιτρίνες με γιρλάντες και φωτάκια, οι βροχές που μας είχαν λείψει κάνουν την παρουσία τους παραπάνω από αισθητή και οι πρώτες ζεστές σοκολάτες που πίνουμε φαίνεται να είναι ό,τι πιο γλυκό και ιερό έχει χαριστεί στην ανθρωπότητα.

Βλέπετε πλησιάζουν και τα Χριστούγεννα και μαζί με το στόλισμα του δέντρου μας, το μαγείρεμα των μελομακάρονων και την τοποθέτηση του μικρού φωτεινού Άγιου-Βασίλη στο παράθυρο του σπιτιού, μας αγγίζει και μια ευαισθησία. Μια ευαισθησία που οι προθέσεις της μόνο καλό προμηνύουν. Είναι αυτός ακριβώς ο κόμπος στον λαιμό που έχεις όταν περνάς από τα μικρά πάρκα, όπως στην ’66 και βλέπεις τους άστεγους και τους τοξικομανείς κουλουριασμένους δίπλα από τα παγκάκια ψάχνοντας απελπισμένα για απανεμιά. Είναι αυτή η οργή που νιώθεις, όταν ακούς πως ο φίλος/συμφοιτητής σου εγκαταλείπει πρόωρα την σχολή, γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να τον πετάξει έξω από τις Εστίες (στέγαση), καθώς όπως δηλώνει οι αριθμοί δεν βγαίνουν σωστοί και χρειάζεται να πραγματοποιηθούν άμεσα περικοπές. Είναι η ντροπή που νιώθεις, όταν κάθεσαι και συζητάς με έναν φίλο, σε πλησιάζει ένας μετανάστης, σου ζητά αναπτήρα και αφού στον επιστρέψει και σου πει ευχαριστώ, βάζει τα κλάματα και σε παρακαλεί για βοήθεια. Σε παρακαλεί να τον βοηθήσεις να φύγει από εδώ, να γυρίσει πίσω στους δικούς του γιατί ‘οι άλλοι’ δεν τον αφήνουν και το μόνο που κάνουν είναι να τον βάζουν να πληρώνει εισιτήρια λεωφορείων και να τον έχουν στο πόδι όλη μέρα. Υπόσχεται με μανία πως δεν θα ξαναρθεί να σου ‘λερώσει’ τη χώρα.. Εξάλλου είναι Χριστούγεννα και η τηλεόραση μας θέλει όλους μαζί και αγαπημένους, δεν το δικαιούται και αυτός;

..Ίσως τελικά τα πράγματα να μην είναι και τόσο τέλεια όσο θέλουμε κάποιες φορές να τα θεωρούμε. Αυτό αναφέρεται και σε πολλούς που θεωρούν όλη αυτή την κατάσταση υπερβολική και την προσπάθεια για βελτίωση συνήθη ματαιοπονία. Το σίγουρο είναι πως η αλλαγή επέρχεται πρώτα από μέσα μας και μόνο αφού φωτίσουμε τις δικές μας ζωές μπορούμε να μοιράσουμε το φως και γύρω.

Ίσως έτσι να αλλάξει όψη και η πόλη μας…

Μιχάλης

chania

Toutestin Week Mode: #DoItLikeTheCouples
Επιμέλεια κειμένων:  Άλκηστη Φάρου – Μιχάλης Δεμέστιχας

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s