Snowpiercer – Joon-ho Bong

Το «Snowpiercer» είναι μια ταινία οικοδόμημα. Ταυτόχρονα, είναι μια ταινία που σε αιχμαλωτίζει από το πρώτο της λεπτό, και δε συγχωρεί παραστρατήματα του νου. Χρειάζεται προσπάθεια για να περιγράψει κανείς το χείμαρρο με τον οποίο σε πλημμυρίζει αυτή η ταινία.

Καθότι είναι όπως ειπώθηκε, ένα οικοδόμημα, η ανάλυσή της πρέπει να γίνει υπό το τεχνικό/κινηματογραφικό πρίσμα, από τη μία, και το εννοιολογικό, από την άλλη. Το παρόν κείμενο δεν επιχειρεί να δώσει απαντήσεις, γιατί δεν τις έχει. Αυτές τις έχει μόνο ο δημιουργός της. Το συνθέτουν όμως λόγια θαυμασμού προς το έργο.

Ο Joon-ho Bong, δεν είναι καινούριος στο χώρο. Έχει κάνει ήδη αισθητό το όνομά του με ταινίες όπως το «Μνήμες Εγκλήματος» και το «The Host», ενώ έχει συμμετάσχει στην ταινία «Tokyo!», παρέα με τους κορυφαίους Leos Carax και Michel Gondry. Με το «Snowpiercer», είχε στα χέρια του μια παραγωγή προδιαγραφών ενός blockbuster, και επιχείρησε αυτό που δεν καταφέρνουν πολλοί: να αφηγηθεί μια πραγματικά ενδιαφέρουσα και δυνατή ιστορία με τα καλύτερα μέσα, ενώ ταυτόχρονα να απευθύνεται σε όλα τα είδη κοινού.

Η άνεση του προϋπολογισμού μεταφράζεται και μέσω του cast της ταινίας: ο  Chris Evans βγάζει τα κουστούμια του Captain America και του Johnny Storm (από τους Fantastic Four, του μακρινού 2005), για να υποδυθεί ξανά έναν ήρωα, με μόνη όμως υπερδύναμη την πίστη για αλλαγή και την οργή για την υφιστάμενη πραγματικότητα. Συνοδοιπόρος του ο Jamie Bell, ο οποίος από τον «Billy Elliot» μέχρι το πρόσφατο «Nymphomaniac pt. ΙΙ» έχει ωριμάσει υποκριτικά. Μέντορας και των δύο στην ταινία, ο John Hurt, για τον οποίο τα λόγια είναι πραγματικά περιττά. Προσθέτοντας τους Tilda Swinton, Ed Harris και τη νικήτρια των Oscar του ’12 Octavia Spencer, συμπληρώνεται το βασικό διεθνές cast (πετάγεται και η μορφή Ewen Bremner, βλ. «Trainspotting»). Ο Kang-ho Song και η Ah-sung Ko, εκπροσωπούν μοναδικά την πλευρά της Ασίας, η οποία φαινομενικά παραμερίζεται στους βασικούς ρόλους. Παρόλα αυτά, η συμβολή τους στην ταινία είναι παραπάνω από σημαντική.

Με εξασφαλισμένα τα χρήματα και το πρώτης τάξεως cast, μένει εκείνο που καθορίζει μια ταινία και είναι η αρχή των πάντων στον κινηματογράφο: η ιστορία. Την 1η Ιουλίου 2014 μ.Χ., οι αρχηγοί των εθνών αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν οριστικά την υπερθέρμανση του πλανήτη. Συμφωνούν ώστε το αέριο CW7 να αρχίσει να εκλύεται στην ατμόσφαιρα, πιστεύοντας πως έτσι θα σταματήσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου, παρά τις αντιδράσεις των ανθρώπων παγκοσμίως. Το σχέδιο αποτυγχάνει παταγωδώς. Η θερμοκρασία πέφτει πολύ κάτω από το μηδέν, και η Γη επιστρέψει στην Εποχή των Παγετώνων. Όλη η ζωή εξαφανίζεται.

Μεταφερόμαστε στο 2031 μ.Χ. Η εναπομείνουσα ύπαρξη κάθε είδους είναι συγκεντρωμένη σε ένα τρένο/κιβωτό, το οποίο βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Είναι κατασκευασμένο από τον Wilford, ο οποίος έχει θέσει στους επιβάτες του μια δική του αρχή και μια δική του κοινωνική ιεραρχία. Οι θέσεις των επιβατών είναι προκαθορισμένες («pre-ordained»). Οι ταξικές διαφορές των κοινωνιών πριν το παγετό, έχουν μεταφερθεί στο τρένο. Κατά συνέπεια έχουμε επιβάτες μεσαίας θέσης και πρώτης θέσης. Όπως είναι φυσικό, οι περισσότεροι είναι εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν εισιτήριο και βρίσκονται στοιβαγμένοι στην Ουρά, η τρίτη και κατώτατη τάξη. Μεταξύ της Ουράς και της Κεφαλής μεσολαβεί ένας ολόκληρος κόσμος, δηλαδή υπεράριθμα και απροσπέλαστα βαγόνια.

Η καθημερινότητα των επιβατών της Ουράς έχει ως εξής: καταμέτρηση, διανομή μαύρου ζελέ πρωτεΐνης (από συστατικά-έκπληξη) για βρώση, ένας ακρωτηριασμός για παραδειγματισμό, ξυλοδαρμό από τα όργανα της τάξης, «ιατρικός έλεγχος» των παιδιών, ομιλία από την Υπουργό για να θυμούνται τα καλά που τους προσφέρει η εξουσία, και για το οποία θα έπρεπε να λένε «ευχαριστώ» αντί να παραπονιούνται. Ένας μικρός εν κινήσει Παράδεισος.

Οι επιβάτες οργανώνονται – εξεγείρονται για μια τελευταία φορά. Κι η ταινία ακολουθεί την πορεία μιας εξέγερσης, όπως αυτή έχει εκφραστεί ιστορικά. Δηλαδή, δε χαρίζεται σε κανέναν και προχωρά με ορμή. Μετατρέπεται σε φωτιά, γιατί δε γίνεται εξέγερση χωρίς φωτιά.

Από τεχνικής άποψης, ο Bong από το πρώτο πλάνο δε λειαίνει τη γραφή του προς τέρψιν των παραγωγών και του μεγάλου κοινού. Τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό. Προσωπικά, πιστεύω πως βρήκε το μέσον, την κατάλληλη τομή. Το μοντάζ της ταινίας, δημιουργεί ένα ρυθμό που συχνά «παίζει» με τη συνείδηση του θεατή. Όταν τολμάς να σκεφτείς πως πάει να κάνει «κοιλιά», θα γουρλώσεις τα μάτια. Κι όταν αποκτήσει φρενήρη ρυθμό, θα κάνει μια.. στάση, για να αφουγκραστείς όσα συνέβησαν. Τα βαρύγδουπα λόγια των ηθοποιών εμπεριέχονται σε ευρηματικά ανά στιγμές πλάνα, που οφείλονται στο τρομερά δουλεμένο ντεκουπάζ. Ομολογουμένως ο Bong δε ρισκάρει πολύ, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι παραδίδει μια σκηνοθετικά αδιάφορη ταινία. Κάθε άλλο.

Τι είναι εκείνο όμως, το οποίο αποτυπώνει τελικά ο Bong; Η δική μου εμπειρία της ταινίας λέει, ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεσπά μια εξέγερση και η κατάληξη που αυτή έχει, αποτελούν ένα σκεύος το οποίο σκιαγραφεί την ανθρώπινη ροπή προς την αυτοκαταστροφή, τον εγωισμό και την ανυπαρξία διόρθωσης (παρά το τέλος που έχει η ταινία). Μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, υπομένει κάθε δυνατό εξευτελισμό και εξαθλίωση από μια άλλη, η οποία μειονεκτεί αριθμητικά και συγκεντρώνει όλη τη δύναμη. Για να ξεσηκωθεί, θα χρειαστεί να πρωτοστατήσουν δύο με τρία άτομα. Η εξεγερσιακή προοπτική τώρα αποκτά ξεκάθαρες ιεραρχικές δομές. Όλοι μαζί θα αντισταθούν, τρεις (στην ουσία ένας) παίρνει όλες τις αποφάσεις. Όπως κάθε εξέγερση με δυναμική, η αρχή είναι εντυπωσιακή και με απροσδόκητες επιτυχίες. Τι συμβαίνει όμως όταν η εξουσιαστική τάξη δείξει όλα της τα δόντια; Ο Παρέτο βλέποντας αυτήν την ταινία θα απολάμβανε μια πλήρη αποτύπωση της εικόνας που είχε για την κοινωνία που μας περιβάλλει, ασχέτως αν συμφωνεί κανείς ή όχι με αυτήν. Κι αν είναι έτσι, είμαστε όλοι πιόνια στο σχέδιο της κυρίαρχης τάξης, κι η εξέγερσή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πλάνη; Επιπλέον, ο άνθρωπος λειτουργεί πάντα για τη δική του αποκλειστική ικανοποίηση; Η ταινία σ’ αυτά τα ερωτήματα φαίνεται να απαντά, ναι.

Ανεξάρτητα από την ταινία καθαυτή, έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως η ταινία προβάλλεται στη χώρα μας την ίδια περίοδο –μάλιστα «ανοίγει» την ίδια μέρα- με τη νέα ταινία του Terry Gilliam, «The Zero Theorem». Διανύοντας μια χρονική περίοδο όπου το μέλλον φαντάζει κάθε άλλο παρά ευοίωνο και ελπιδοφόρο, σημειώνεται μια επιστροφή στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπου επικρατεί μια δυστοπική πραγματικότητα, και σχεδόν πάντα οι κοινωνίες είναι αυστηρά δομημένες, διοικούμενες από ένα απολυταρχικό κέντρο εξουσίας. Είτε αυτό είναι μια τράπεζα είτε μια παντοδύναμη εταιρεία είτε κάποιο πολιτικό κόμμα (πάντα όμως θα είναι η κυρίαρχη τάξη). Στο «Snowpiercer», ο ιδεολογικός εκπρόσωπος και πάροχος των καταπιεσμένων ονομάζεται.. Gilliam, ενώ η Tilda Swinton συμμετέχει και στα δύο φιλμ, με το παρουσιαστικό της να είναι τρομακτικά όμοιο. Όλα αυτά βέβαια μπορεί να είναι και ένας ακούσιος συσχετισμός του μυαλού, κινηματογραφικά όμως δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα σύνδεση μεταξύ των δύο. Τέλος, κατά την προώθηση της ταινίας στη χώρα μας, στην επίσημη πρεμιέρα παρέστη ο Πρέσβης της Δημοκρατίας της Κορέας Gil Sou Sin, μαζί με πρεσβευτές άλλων χωρών, οι οποίοι επευφήμησαν το έργο του Bong. Ο παντοδύναμος Wilford (Ed Harris) στην ταινία λέει στον πρωταγωνιστή, πως μερικές φορές χρειάζεται να μεσολαβήσει η κορυφή για να συμβούν μερικά γεγονότα. Λέτε;

«All things flow from the Sacred Engine.»

Κείμενο: Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

 

2 σκέψεις σχετικά με το “Snowpiercer – Joon-ho Bong

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s