Οι μικρού μήκους της Φρίντας Λιάππα

Liappa_Frinta_8AAGFF_3

Η θέση της γυναίκας στον κινηματογράφο, ήταν από τη γέννησή του μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Ακόμα και στην Αμερική,το μοναδικό μέρος -μαζί με την Ινδία ίσως- όπου μπορούμε να πούμε πως στήθηκε μια βιομηχανία. Πάντοτε ο αριθμός των γυναικών ήταν τρομακτικά μικρότερος από αυτών των αντρών, κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα. Αναπόφευκτα, στην Ελλάδα των δεκαετιών ’60-’70 ο κινηματογράφος ήταν ανδροκρατούμενος, και η επιθυμία για μια γυναίκα να κάνει σινεμά δυσκόλευε ακόμη περισσότερο όταν ήταν αριστερή, πρώην κρατούμενη της χούντας των συνταγματαρχών, όπως η Φρίντα Λιάππα.

Το έργο της, αν και λιγοστό (τρεις μικρού και τρεις μεγάλου μήκους ταινίες, μην υπολογίζοντας τη δουλειά της στην τηλεόραση), είναι φοβερά σημαντικό για την ελληνική κινηματογραφία ιστορικά, αλλά ακόμη περισσότερο καλλιτεχνικά. Καθώς, ήχησε εξαρχής διαφορετικά σ’ αυτό που ονομάστηκε Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος (Ν.Ε.Κ.), κάτι που μεταφράστηκε σε πλήθος βραβεύσεων σε φεστιβάλ εντός και εκτός της χώρας. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό της, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου, πραγματοποιεί μια αναδρομή στο σύνολο της φιλμογραφίας της, ξεκινώντας από τις τρεις μικρού μήκους της, οι οποίες προβλήθηκαν σε μια γεμάτη αίθουσα.

Μετά Σαράντα Μέρες (1972)

Meta_40_Meres_FL_8AAGFF

Εικοσιτεσσάρων ετών και στον 4ο χρόνο της δικατορίας, η Φρίντα Λιάππα γυρίζει την πρώτη της μικρού μήκους ταινία με πενιχρά μέσα (όπως φαίνεται και στην παραπάνω φωτογραφία), μια παραγωγή του ιστορικού περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος», γυρισμένη σε φιλμ 16 mm.

Πρωταγωνιστές της ταινίας, η Αθήνα και ένας φαντάρος (Νίκος Κατσαρός) που περιπλανιέται μέσα της, στην πρώτη του άδεια μετά τις σαράντα μέρες της βασικής εκπαίδευσης. Σα ψευδοντοκυμαντέρ, το «Μετά Σαράντα Μέρες» μοιάζει με μια «χρονοκάψουλα» παρά σα μια ταινία μυθοπλασίας. Τα πλάνα travelling και το βήμα του ήρωα κουβαλούν την Αθήνα του 1971: Πεδίο του Άρεως, πλατεία Ομόνοιας, το γήπεδο στη Λεωφόρο. Για ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει τότε, οι διαφορές με το σήμερα είναι λιγοστές: οι μπάτσοι που περιπολούν τους δρόμους, η κάμερα παρατηρώντας τους σαν κρυμμένη, είναι ακόμα εδώ κι ίσως ακόμα περισσότεροι. Τότε ήταν η χωροφυλακή, τώρα άλλαξαν όνομα κι εξοπλισμό.

Η συγκεκριμένη ταινία είναι πολύ σημαντική, ακριβώς γιατί χωρίς να προσπαθεί πολύ, αποτυπώνει ικανότατα μια πραγματικότητα που πολλοί σήμερα τείνουν να ξεχνούν ή ακόμη και να εξιδανικεύουν. Θα έπρεπε να προβάλλεται πολύ συχνότερα, κι όχι απαραίτητα αποκλειστικά στον κινηματογράφο. Επιπλέον, χρίζει αναφοράς ο μικρός ρόλος του κορυφαίου σκηνοθέτη Κώστα Σφήκα, ως πελάτης σε πορνείο.

Μια Ζωή Σε Θυμάμαι Να Φεύγεις (1977)

Mia_Zoi_se_Thymamai_na_Fevgeis_FL_8AAGFF_1

Πέντε χρόνια μετά την πρώτη μικρού μήκους, η χούντα είναι παρελθόν. Με ένα cast μοναδικών ηθοποιών, όλοι τους διάσημοι σήμερα, η Φρίντα Λιάππα σκιαγραφεί κατά κάποιο τρόπο τη δική της καθημερινότητα. Χρησιμοποιώντας ως κεντρικούς χαρακτήρες το Δημήτρη Πουλικάκο και τη Νένα Μεντή, κινηματογραφεί τους διανοούμενους της εποχής της, στα πλαίσια της μυθοπλασίας.

Η πολιτική συμπεριφορά του ΚΚΕ στα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, και η πίστη στο Κόμμα, είναι π.χ. μία από τις αρχικές προβληματικές που απασχολούν τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι συζούν. Την πολιτική συζήτηση παρεμβάλλουν ο κινηματογράφος και το θέατρο, και αναπόφευκτα οι φιλοσοφικού ύφους συζητήσεις για τη στρατευμένη διάσταση της τέχνης. Αποκορύφωμα η ενότητα του πάρτυ, όπου μια ολόκληρη εποχή συνοψίζεται μέσα από λίγα πλάνα και κορυφαίους διαλόγους, σημάδι της σκηνοθετικής βελτίωσης, αλλά κυρίως του εμπλουτισμού της δημιουργού. Επίσης, η εμφάνιση του ρεμπέτη Κούλη Σκαρπέλη δίνει στην ταινία μια ακόμη πανέμορφη ενότητα (και soundtrack).

Η ταινία βραβεύτηκε με το Β΄ Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1977 και με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την ΠΕΚΚ (Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου).

Μια ατάκα από το φιλμ, το συνοψίζει τέλεια: «Τσιγάρο, καφέ και Ιδέα.»

Απεταξάμην (1980)

Apetaxamin_FL_8AAGFF_1

Τρίτη και τελευταία μικρού μήκους της Φρίντας Λιάππα και αυτή με τα περισσότερα βραβεία (Β΄ Βραβείο Καλύτερης Ταινίας – Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1980, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Βραβείο Κοινού – Φεστιβάλ Δράμας, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την ΠΕΚΚ), είναι επίσης η μόνη της έγχρωμη.

Η καθολική βιωματική εμπειρία του να μένει κανείς ολομόναχος στο σπίτι, παίρνει νέες διαστάσεις μέσα από τα μάτια της Lucy (Μαριτίνα Πάσσαρη). Στην εφηβεία, όταν ακόμη η φαντασία δεν έχει περιοριστεί πλήρως, ο καθόλα φιλόξενος και προσωπικός χώρος του σπιτιού, μπορεί να μεταλλαχθεί πλήρως όταν κυριευτεί από το φόβο. Το στοιχείο αυτό εκμεταλλεύεται κι η Λιάππα, που μέσα από ένα κοινό θέμα αφορμάται ώστε να οπτικοποιήσει ξανά την εποχή της, εν προκειμένω τους εφήβους του 1980. Χωρίς βέβαια να αποτελούν κεντρικό θέμα στην ταινία, κάνουν ένα αναπάντεχο πέρασμα, συμμετέχοντας στην πιο ατμοσφαιρική ενότητα της ταινίας. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην Πάσσαρη που κατορθώνει να ενσαρκώσει έναν πολύ απαιτητικό ρόλο, με μεγάλη επιτυχία.

Το «Απεταξάμην» ολοκληρώνει τον κύκλο του πειραματισμού της σκηνοθέτριας στο μικρού μήκους φορμά, έχοντας θεμελιώσει μια γερή βάση με ένα πολλά υποσχόμενο -και εκπληρωμένο εκ των υστέρων- μέλλον.

Κείμενο: Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

3 σκέψεις σχετικά με το “Οι μικρού μήκους της Φρίντας Λιάππα

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s