Αφιέρωμα στο Νίκο Παπατάκη: Un Chant D’ Amour / Visages du Cinéma: Humiliation et Violence

Un Chant D’ Amour – Jean Genet

vlcsnap-2014-12-12-14h52m09s47

Ο Νίκος Παπατάκης πριν από την πορεία του ως σκηνοθέτης, υπήρξε παραγωγός σε ταινίες με μεγάλη ιστορική σημασία αλλά και καλλιτεχνική ποιότητα. Η θητεία του στο καμπαρέ «Rose Rouge» (σ.σ.: «Κόκκινο Ρόδο») τον είχε φέρει σε επαφή με όλους τους σημαντικούς διανοούμενους της εποχής, ανάμεσά τους και ο κορυφαίος Jean Genet. Κυρίως θεατρικός συγγραφέας, κι αργότερα ενεργός πολιτικός ακτιβιστής, ο Genet πραγματοποιούσε έργα ριζοσπαστικά και προκλητικά, με τον Παπάτακη να είναι από τους λίγους ένθερμους υποστηρικτές του από τα πρώτα του βήματα. Έτσι, ήταν αναπόφευκτο να ήταν εκείνος που θα βοηθούσε το Genet να γυρίσει την πρώτη (και μοναδική) του ταινία, χρηματοδοτώντας την εξ ολοκλήρου με χρήματα από το «Κόκκινο Ρόδο», προσφέροντας επίσης τον πάνω όροφο του καμπαρέ για τα γυρίσματα.

Στο «Un Chant D’ Amour», ο Genet κινηματογραφεί την αδυναμία δύο ερωτευμένων αντρών να συνυπάρξουν, καθώς βρίσκονται φυλακισμένοι σε γειτονικά κελιά. Η επικοινωνία τους γίνεται με συνθηματικά χτυπήματα στον κοινό τους τοίχο, ο οποίος μετατρέπεται σε μέσο για την ικανοποίηση του πόθου τους. Οι κρατούμενοι καταφέρνουν ακόμα και να καπνίσουν «μαζί», μέσω μιας τρύπας που έχουν φτιάξει, σκηνή που είναι από τις πιο ερωτικές στην ταινία. Ο φύλακας-ηδονοβλεψίας (μαζί με εμάς, τους θεατές) παρακολουθεί την έκφραση του ανεκπλήρωτου, του απωθημένου. Αντικρίζει τη χαρά που δεν έχει, το συναίσθημα που δεν έχει νιώσει, κι έτσι φτάνει να μισεί την αγάπη που στερείται.

Σε μόλις 25′ ο Jean Genet καταφέρνει να παρουσιάσει κάτι διαχρονικά κοινωνικά απαράδεκτο όπως τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, στην πραγματική του διάσταση, δηλαδή ως κάτι που προκύπτει από την ανθρώπινη φύση και όχι ως μια διαστρέβλωσή της. Στο πέρασμα της ταινίας, το φύλο των (ερασιτεχνών) ηθοποιών μετατρέπεται σε μια αδιάφορη λεπτομέρεια, επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο πλήγμα στην «καθωσπρέπει ηθική», χρησιμοποιώντας τις δικές της πρακτικές εναντίον της. Σημασία έχει επίσης, πως αλληγορικά ιδωμένη η ταινία χρησιμοποιεί τον ομόφυλο έρωτα ως σύμβολο ενάντια στην καταπίεση οτιδήποτε διαφορετικού το οποίο η κοινωνία και οι κυρίαρχες τάξεις θεωρούν όχι απλά κατακριτέο, αλλά πως πρέπει να εξαλειφθεί.

Όπως προκύπτει λογικά, ο Παπατάκης δεν ήταν σε θέση λόγω περιεχομένου να διανέμει συμβατικά την ταινία στις αίθουσες. Έτσι, πούλαγε κόπιες της ταινίας σε πλούσιους ιδιώτες, οι οποίοι πρόβαλλαν τον φιλμ σπίτι τους και σε φίλους. Η ταινία παρόλα αυτά κατάφερε να επιζήσει και να αναζητείται από κινηματογραφιστές και θεατές ακόμα και εικοσιπέντε χρόνια μετά την προβολή της. Πρέπει επίσης να αναφερθεί, πως τα πανέμορφα πλάνα της ταινίας είναι έργο του κορυφαίου διευθυντή φωτογραφίας Jacques Natteau ο οποίος έχει συνεργαστεί με τους Jean Renoir, Marcel Carné και Jules Dassin.

Η κινηματογραφική αρχή του Νίκου Παπατάκη, ακόμα και από τη θέση του παραγωγού, γίνεται με τον πλέον αντικομφορμιστικό τρόπο, υπογραμμίζοντας από τότε την τάση του να μάχεται ενάντια στο κατεστημένο και την ανατροπή των συμβόλων κάθε εξουσιαστικής τάξης.

Σημαντικά ιστορικά στοιχεία για την ταινία βρέθηκαν στο βιβλίο του Γιάννη Κονταξόπουλου «Νίκος Παπατάκης», εκδ. Καστανιώτη

 

Visages du Cinéma: Humiliation et Violence – Jacques Nahum

Το 1971 ο Νίκος Παπατάκης είχε ήδη πραγματοποιήσει δύο ταινίες («Les Abysses» & «Οι Βοσκοί») ενώ έκανε ακόμα αισθητή την παρουσία του στην γαλλική κοινωνία όχι μόνο λόγω των ταινιών του, αλλά και της δράσης του στη βραδινή ζωή από την εποχή του «Κόκκινου Ρόδου». Ο Jacques Nahum ανέλαβε να γυρίσει ένα ντοκυμαντέρ για τη γαλλική τηλεόραση, στα πλαίσια της εκπομπής «Visages du Cinéma», στο οποίο απεικονίζεται η μέχρι τότε πορεία του σκηνοθέτη.

Η αρχή φυσικά γίνεται από την εποχή του «Κόκκινου Ρόδου», το οποίο στιγμάτισε τη νύχτα του Παρισιού, καθώς δεν ήταν ένα απλό καμπαρέ. Σε αυτό, φιλοξενούνταν όλοι οι πρωτοπόροι και αντισυμβατικοί καλλιτέχνες από τον Boris Vian, μέχρι τον Sartre, ενώ ανέβαιναν οι πιο ακραίες θεατρικές παραστάσεις που έκαναν θραύση. Ο Παπατάκης που ξεκίνησε από ταμίας, για να διευθύνει το καμπαρέ, είχε ταυτιστεί με αυτό στα εφτά χρόνια της θητείας του εκεί. Περιπαικτικά αναφέρει στο ντοκυμαντέρ πως εκεί έκανε τη δική του σχολή κινηματογράφου, κάτι που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς οι θαμώνες του μαγαζιού (αναφέροντας ενδεικτικά δύο παραπάνω) βοήθησαν τρομερά το σκηνοθέτη να πραγματοποιήσει τις ταινίες του, και όχι μόνο.

Η ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο θα γίνει από τη θέση του παραγωγού, χρηματοδοτώντας τη μοναδική ταινία του Jean Genet το «Un Chant D’ Amour», και στη συνέχεια την πρώτη μεγάλου μήκους του κορυφαίου John Cassavetes, ο οποίος εμφανίζεται στο ντοκυμαντέρ. Ο Παπατάκης μας οδηγεί σ’ αυτήν την ιστορική αναδρομή απαντώντας στις ερωτήσεις του Nahum, ο οποίος τον οδηγεί με εύστοχες παρατηρήσεις.

Στην ταινία παρεμβάλλονται σκηνές με τη γυναίκα του Παπατάκη Όλγα Καρλάτος, και πρωταγωνίστριά του, να τραγουδάει μπροστά στην κάμερα, στιγμές που μαζί με τα μεγάλης διάρκειας αποσπάσματα των ταινιών του κινηματογραφιστή αποδυναμώνουν το ντοκυμαντέρ. Οι εμφανίσεις όμως σχεδόν όλων των συνεργατών του Παπατάκη, αλλά και οι προσωπικές του εξομολογήσεις από την Ελλάδα και την παιδική του (καταπιεστική) ηλικία, καθιστούν το φιλμ εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του έργου του.

Βρείτε το αναλυτικό πρόγραμμα του φεστιβάλ εδώ.

Κείμενο: Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αφιέρωμα στο Νίκο Παπατάκη: Un Chant D’ Amour / Visages du Cinéma: Humiliation et Violence

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s