Η άλλη όψη του θανάτου

turbeville2_b
Photograpger: Deborah Turbeville

Το ομιλούν ον, το ζωντανό ον είναι καταδικασμένο να υπάρχει, να αναπνέει, να υποφέρει σ’ ένα τοπίο ζωής όπου τα πάντα υποχωρούν, ρέποντας προς τον θάνατο. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ τοποθετείται χαρακτηριστικά: «Σαν ταξιδιώτης που διακρίνει σιγά σιγά τη γραμμή της παραλίας, διακρίνω κι εγώ το προφίλ του θανάτου μου». Η ίδια η ύπαρξη του ζωντανού όντος συνιστά την πάλη με την αέναη υποχώρηση. Η ζωή είναι το δίχως κατεύθυνση, αλλά και διαφυγή, κύλισμα προς τον θάνατο.

Ο θάνατος δεν είναι το αμετάκλητο γεγονός. Ο θάνατος δεν είναι το στερητικό της ζωής [μη-ζωή]. Αντιθέτως, αποτελεί πιθανώς μια νέα κατάσταση ζωής. Μια ζωή ανόργανη. Μια κατάσταση ζωής σε άλλη διαύγεια και σε άλλη ορατότητα. Αυτή τη νέα κατάσταση υπογραμμίζει και ο Ρόκε Ντάλτον στο ποίημα Αργά τη Νύχτα: «Όταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου / γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση», δίνοντας μια νέα όψη στον θάνατο. Την σταθερή γαλήνια όψη ενός ζώντα θανάτου. Γιατί ο θάνατος δεν είναι το στερητικό της ζωής (μη-ζωή), ούτε το αντίθετό της. Ίσως απλά να είναι μια νέα μορφή της. Μια αναδομημένη φόρμα της ύπαρξης μέσω της ανυπαρξίας. Εν τέλει, μια ανασύσταση της ύπαρξης. Για τη ζωτικότητα του θανάτου θα ήθελα να παραθέσω και το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, «Πέθανα για την Ομορφιά»

Πέθανα για την Ομορφιά – και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο –

Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα –
«Σ’ εμένα – η Αλήθεια – Όμοια τα Δυο –
Είμαστε, Αδέρφια», είπε –

Κι έτσι, σαν Συγγενείς, μιας Νύχτας –
Τα λέγαμε απ’ τα Δώματά μας –
Βρύα ώσπου έφτασαν στα χείλη μας –
Και σκέπασαν – τα ονόματά μας –

Η Έμιλυ Ντίκινσον, όπως μπορεί να διακρίνει κανείς, πάει ακόμα πιο μακριά τη σκέψη μας. Καθώς με το παραπάνω ποίημα υπαινίσσεται τον θάνατο του θανάτου, αποδεχόμενη, αυταπόδεικτα, την ζωτικότητα του θανάτου. Και χρησιμοποιώντας το «ανείπωτο» ως πειστήριο της θνητότητας. Γιατί ίσως τελικά, αυτό που μας τρομάζει πιο πολύ στο θάνατο, είναι το ανείπωτο. Αυτό που πλέον δε μπορεί να αρθρωθεί. Το ανεκπλήρωτο του γλωσσικού συμβάντος. Είναι όμως στ’ αλήθεια ανέφικτη η επικοινωνία;

Επιπρόσθετα, οφείλουμε να παραδεχτούμε, πώς η ζωή ενυπάρχει μες το θάνατο και αντιστρόφως. Το τοπίο της ζωής -έστω ο χώρος- διαμορφώνεται καταλυτικά από την υποχώρηση του νεκρού καθώς αυτό εγκαταλείπεται στην ανυπαρξία. Ο χώρος των ζωντανών, από μία όψη, είναι ο χώρος που παραχωρείται απ’ αυτό που πεθαίνει. Ενώ και η μορφολογία του εδάφους της ζωής, τα πετρώματα, οι αναλογίες ξηράς-θάλασσας, η τρυφερότητα και η κλίση του ήλιου, διαμορφώνονται δραστικά από τις αξεδιάλυτες ρίζες αυτού που έχει υπάρξει. Ουσιαστικά, το τοπίο της ζωής –ο χώρος- θεμελιώνεται και αναπτύσσεται σε αυτές τις ρίζες. Γιατί ό,τι έχει υπάρξει δε μπορεί να μην έχει υπάρξει. Η πυκνότητα του ουρανού, η ποικιλότητα του εδάφους, η πύκνωση του λόγου και τα σπέρματα της σκέψης φέρουν αξεδιάλυτα τα ίχνη του υπαρκτού. Και υπαρκτό δεν είναι ότι υπάρχει μια δεδομένη στιγμή. Αλλά η συνεχής γραμμή που διέπει την αιωνιότητα.

Η ζωή και ο θάνατος δεν είναι πράγματα ξεχωριστά. Δεν είναι αντικρουόμενες καταστάσεις. Δεν αποκλείει η μία την άλλη. Ο θάνατος δεν είναι το στερητικό της ζωής [μη-ζωή]. Πιθανώς να είναι μια κατάσταση ζωής σε άλλη έκφανση. Ο θάνατος δεν είναι το αναπάντεχο γεγονός. Δεν είναι το μακρινό, ασυγχώρητο δράμα. Θάνατος δεν είναι ο πόνος που έχουμε επιβάλλει στο θάνατο. Είναι κάτι πιο φυσικό. Είναι κάτι εντελώς φυσικό. Κάτι εντελώς ζωντανό. Κάτι εντελώς πιθανό. Εντελώς οικείο. Ο Παβέζε τον περιγράφει, σχεδόν ερωτικά, δίπλα μας/εντός μας: «Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου». Ενώ ο Νίκος Ερηνάκης, τονίζοντας την ανάγκη να αφεθούμε στον θάνατο, να μετέχουμε σε αυτόν γράφει: «Για να πετύχει μια δολοφονία πρέπει να ενέχει στοιχεία αυτοκτονίας». Οφείλουμε να μην αντιμετωπίζουμε αμυντικά τον θάνατο. Να τον αποδεσμεύσουμε από την βιαιότητα που έχουμε επιβάλει στο συμβάν του θανάτου. Οφείλουμε να του επιτρέψουμε να μπει. Να μας καταλάβει. Όπως σε κάθε κατάσταση ζωής. Να εισχωρήσουμε εντός χωρίς περιορισμό. Να εμπλουτιστούμε από την εμπειρία του.

Ο θάνατος, επίσης, μπορεί να είναι ο γοητευτικός τόπος. Δεν είναι το στερητικό της ζωής [μη-ζωή]. Είναι πιθανώς μια ζωή σε ύπνωση. Μια ζωή ερωτική. Μια ζωή που υπόσχεται, για αυτό και ερωτική. Μια ζωή που περιμένει να (ξανα)γεννηθεί. Αυτή η υπόνοια της αναγέννησης του θανάτου, ίσως είναι η μεγαλύτερη ερωτική πρόκληση που δέχεται το τοπίο της ζωής. Το ζωντανό, ζώντας –όχι πεθαίνοντας-, έρχεται διαρκώς σ’ επαφή με τον θάνατο. Όλα υποχωρούν ρέποντας προς τον θάνατο. Και εσύ αγγίζεσαι μαζί του. Χρόνος είναι η αφή με τον θάνατο. Έναν θάνατο που υπόσχεται. Υπόσχεται, όχι το τέλος αλλά το ανεκπλήρωτο. Στην ταινία «2 ή 3 πράγματα που ξέρω για αυτή» του Γκοντάρ, ακούμε:

Kαι μια σκοτεινή κι αναπόφευκτη μέρα,
ο θάνατος θα ‘ρθει
και θα καταργήσει όλα αυτά τα όρια.
Και δε θα υπάρχουν ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις.
Θα υπάρχει μονάχα μια θολούρα.
Αλλά αν κατά τύχη,
μια μέρα τα πράγματα ξεθαμπώσουν ξανά,
θα είναι μονάχα από τον ερχομό της συνείδησης
Τα πάντα θα ακολουθήσουν από εκεί..»

Γιατί όταν η ζωή ξυπνήσει ξανά, ίσως αυτή τη φορά αναγεννηθεί ολόκληρη. Ίσως αυτή τη φορά τα πράγματα να μην αναγεννηθούν ως σωστά ή λάθος. Αρεστά ή επικριτέα. Ίσως αυτή τη φορά τα πράγματα να μην αναγεννηθούν ως τμήματα πραγμάτων. Ίσως αυτή τη φορά αναγεννηθούν ολόκληρα. Αυτή είναι η μεγάλη υπόσχεση του θανάτου. Η μεγάλη υπόσχεση του έρωτα: η επανάσταση της αναγέννησης.

Νίκος Ερηνάκης: «Οι ήδη νεκροί δεν ξαναπεθαίνουν / Ελευθερώνονται»

του Γιώργου Ευθυμίου

Δώσε μας feedback

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s